σάτρα

Α
(σε χρήση κυρίως στην κωμωδία) ο χρυσός.
[ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. αντί σάρ-τα < αρχ. περσ. zar-anya «χρυσός»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σάτρα — σάτρᾱ , σάτρα gold fem nom/voc/acc dual σάτρᾱ , σάτρα gold fem nom/voc sg (attic doric aeolic) σάτρᾱ , σάτρης masc nom/voc/acc dual σάτρης masc voc sg σάτρᾱ , σάτρης masc voc sg (attic) σάτρᾱ , σάτρης masc gen sg (doric aeolic) σάτρης masc… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σάτραι — σάτρα gold fem nom/voc pl σάτρᾱͅ , σάτρα gold fem dat sg (attic doric aeolic) σάτρης masc nom/voc pl σάτρᾱͅ , σάτρης masc dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σατρέων — σάτρα gold fem gen pl (epic ionic) σάτρης masc gen pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σάτρης — σάτρα gold fem gen sg (epic ionic) σάτρης masc nom sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • сатра́п — а, м. 1. Наместник, правитель военно административного округа (провинции) в древней Персии и некоторых других государствах древнего Востока. 2. перен. книжн. Правитель, начальник, действующий самовластно, деспотически, не считаясь с законами.… …   Малый академический словарь

  • Μακ Μάον, Άρθουρ Χένρι — (Sir Arthur Henry MacMahon, 1862 – 1949). Άγγλος ανώτερος διοικητικός υπάλληλος. Υπηρέτησε στο Βελουχιστάν (1901), διετέλεσε υπουργός Εξωτερικών των Ινδιών (1911 14) και υπήρξε χρονολογικά ο πρώτος ύπατος αρμοστής της Μεγάλης Βρετανίας που… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.